Σπάνια η εμφάνιση του συνδρόμου στις γυναίκες που δεν έχουν γίνει μητέρες

Επιβαρύνονται οι προϋπάρχοντες κιρσοί ή δημιουργούνται νέοι

«Μια εγκυμοσύνη, μπορεί να αποτελεί ένα ιδιαίτερα χαρμόσυνο γεγονός στη ζωή μιας γυναίκας, αλλά περισσότερες εγκυμοσύνες μπορεί ενδεχομένως να οδηγούν στην ανάπτυξη διατεταμένου φλεβικού δικτύου στη πύελο, με κίνδυνο ανάπτυξης κιρσών στην πύελο και με απώτερο φόβο την πυελική συμφόρηση. Οι κιρσοί συνήθως βελτιώνονται μετά την εγκυμοσύνη, όμως στις περιπτώσεις που έχουμε ανάπτυξη συνδρόμου πυελικής συμφόρησης, οι κιρσοί αυτοί ΔΕΝ υποχωρούν αισθητά και αντιθέτως, οδηγούν στην ανάπτυξη φλεβών, οι οποίες έρχονται μέσα από το περίνεο και καταλήγουν στο πόδι, δίνοντας κιρσούς».

Αυτό επισημαίνει ο Αγγειοχειρουργός Αλέξανδρος Ματθαίου, συμπληρώνοντας πως, αυτή η διάταση του φλεβικού δικτύου οφείλεται στη σημαντική αύξηση κατά τουλάχιστον 60% του όγκου αίματος στο σώμα της εγκύου, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου αποθηκεύεται στα πόδια, στα οιστρογόνα που αδυνατίζουν το φλεβικό τοίχωμα, αλλά και στην πίεση που ασκείται στην πύελο από το μωρό. Η διάταση αυτή βελτιώνεται συνήθως σημαντικά μετά τον τοκετό, σε κάποιες όμως περιπτώσεις φλέβες από την πύελο «βγαίνουν» από το περίνεο στο πόδι και οδηγούν στην επιβάρυνση είτε υπαρχόντων κιρσών, είτε αναπτύσσουν νέους κιρσούς στο πόδι.

«Μια γυναίκα με το συγκεκριμένο σύνδρομο», προσθέτει, «μπορεί να έχει συμπτώματα κατά την διάρκεια της κύησης, όπως βάρος στη πύελο ή ανάπτυξη κιρσών στο πόδι ή απότομη επιδείνωση ενός κιρσοειδούς δικτύου στο πόδι, όμως μετά τον τοκετό τα ενοχλήματα τα οποία έχει, όχι μόνο δεν υποχωρούν, αλλά συνεχίζουν και υπάρχουν υπό την μορφή βάρους στην πύελο, πόνου στη διάρκεια της σεξουαλικής επαφή και πόνου κατά τη διάρκεια της περιόδου».

Κάποιες φορές οι κιρσοί της πυέλου συνοδεύονται και από κιρσούς στο αιδοίο, γεγονός που αυξάνει την υποψία για ανάπτυξη συνδρόμου, η τελική όμως διάγνωση θα τεθεί με τον συνδυασμό κολπικού και διακοιλιακού υπερηχογραφήματος. Μετά την κύηση οι κιρσοί στη πύελο συνήθως υποστρέφουν αλλά θα πρέπει να υπάρχει παρακολούθηση από τον ιατρό, για την περίπτωση που το σύνδρομο συνεχίζει και αναπτύσσεται.

«Η θεραπεία του συνδρόμου» συμπληρώνει ο κ. Ματθαίου, «έχει δύο στόχους. Ο μεν πρώτος είναι η θεραπεία του κιρσοειδούς δικτύου στη πύελο και ο δεύτερος είναι η θεραπεία των κιρσών που αναπτύχθηκαν στο άκρο. Και ενώ μεν η θεραπεία των κιρσών των κάτω άκρων γίνεται με πολύ επιτυχημένο τρόπο με την χρήση ενδοαυλικού laser, η θεραπεία του κιρσοειδούς δικτύου στην πύελο μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε ενδοαγγειακά, με εμβολισμό της αριστερής ωοθηκικής φλέβας, είτε με σκληροθεραπεία με αφρό των κιρσών της πυέλου, με πρόσβαση από το περίνεο και υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση».